ερευνητικός

-ή, -ό (Μ ἐρευνητικός, -ή, -όν) [ερευνώ]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην έρευνα
2. ο ικανός, ο κατάλληλος για έρευνα, αυτός που έχει κλίση ή διάθεση να ερευνά, ο εξεταστικός, ο μελετητικός (α. «ερευνητική διάθεση» β. «ερευνητικός επιστήμονας» γ. «ερευνητικό μυαλό»)
μσν.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐρευνητικόν
ικανότητα, διάθεση, τάση, κλίση για έρευνα.
επίρρ...
ερευνητικώς και -ά
με διάθεση για έρευνα, με προσοχή, με επιμελή σπουδή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ερευνητικός — [эрэвнитикос] εκ. исследовательский …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ερευνητικός — ή, ό επίρρ. ά ο ικανός, ο κατάλληλος για έρευνα, ο εξεταστικός: Έχειμυαλό ερευνητικό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναζητητικός — ή, ό ο σχετικός με την αναζήτηση, ερευνητικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναζητητής. Η λ. μαρτυρεί ται από το 1841 στο Νομοτεχνικό Ιταλοελληνικό Λεξικό) …   Dictionary of Greek

  • διφαλέος — διφαλέος, α, ον (Α) ο ερευνητικός …   Dictionary of Greek

  • επιστήμη — Ένα σύνολο γνώσεων με αντικειμενικό κύρος. Ως γνώση ορίζεται η δυνατότητα διάκρισης των αντικειμένων στα οποία αποδίδονται τα ίδια χαρακτηριστικά μέσα σε ένα ορισμένο σύνολο. Αυτό το σύνολο μπορεί να είναι σχετικό με ειδικές καταστάσεις σε μία… …   Dictionary of Greek

  • ερευνάς — ἐρευνάς, ὁ (Μ) [ερευνώ] 1. ερευνητής, ερευνητικός 2. ιδίως ο ταμίας (quaestor) ή ο τιμητής, δικαστής (quaesitor) τών Ρωμαίων …   Dictionary of Greek

  • ερευνητικότητα — η η ιδιότητα τού ερευνητικού, η τάση ή διάθεση για έρευνα και ειδ. για διευκρίνιση, σπουδή φαινομένων ή καταστάσεων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερευνητικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1888 στον Σπ. Παγανέλη] …   Dictionary of Greek

  • μεταβατικός — ή, ό (Α μεταβατικός, ή, όν) [μεταβαίνω] 1. αυτός που έχει την ικανότητα ή την ιδιότητα να μετακινείται από έναν τόπο σε άλλο, να αλλάζει τόπο διαμονής, περιοδεύων, αποδημητικός (α. «μεταβατικό απόσπασμα» β. «τὸ μεταβατικὸν ἀφ ἑτέρου εἰς ἕτερον»,… …   Dictionary of Greek

  • περίεργος — η, ο / περίεργος, ον, ΝΜΑ 1. (για πρόσ.) αυτός που ενδιαφέρεται για το καθετί και θέλει να τό γνωρίσει, αυτός που ερευνά και επιδιώκει να μάθει τα πάντα, ερευνητικός (α. «από μικρός ήταν περίεργος και έμαθε πολλά» β. «περίεργα παιδία», Γαλ. γ.… …   Dictionary of Greek

  • Αλαχιώτης, Σταμάτης — (Ασφενδιού, Κως 1944 –).Βιολόγος και πανεπιστημιακός. Σπούδασε, με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, στο φυσιογνωστικό τμήμα της φυσικομαθηματικής σχολής του ΑΠΘ, απ’ όπου αποφοίτησε το 1969. Διορίστηκε το 1972 βοηθός στο εργαστήριο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.